Перевод: со всех языков на греческий

с греческого на все языки

τίς δ' ἦν ὁ ἔχων

  • 1 Do

    v. trans.
    P. and V. ποιεῖν, πράσσειν, δρᾶν, V. ἔρδειν.
    Accomplish: P. and V. νύτειν, κατανύτειν, ἐπεξέρχεσθαι, διαπράσσειν (or mid. in P.), ἐργάζεσθαι, ἐξεργάζεσθαι, κατεργάζεσθαι, περαίνειν, V. ἐξανύτειν, ἐκπράσσειν, τελεῖν (rare P.), ἐκπεραίνειν, κραίνειν, ἐπικραίνειν, P. ἐπιτελεῖν.
    Wish to do: Ar. and V. δρασείειν.
    Help to do: P. and V. συμπράσσειν (τινί τι), συλλαμβνειν (τινί τι), συνεκπονεῖν (τινί τι).
    V. intrans. succeed: P. and V. προχωρεῖν; see Succeed.
    Turn out: P. and V. ἐκβαίνειν, P. ἀποβαίνειν; see turn out.
    Be enough: P. and V. ἀρκεῖν, κανὸς εἶναι.
    Fire: P. and V. πράσσειν.
    Do ( one) in injury: P. and V. κακῶς ποιεῖν (acc.), κακῶς δρᾶν (acc.).
    Have an injury done one: P. and V. κακῶς πάσχειν.
    Do ( one) a favour: P. and V. εὖ ποιεῖν (acc.), εὖ δρᾶν (acc.).
    Have a favour done one: P. and V. εὖ πάσχειν.
    Do away with: P. and V. φανίζειν (acc.); see Abolish, Remove.
    Do to ( a person), treat: P. and V. χρῆσθαι (dat.).
    They know what he did to those of the Amphipolitans who gave the city up to him: P. ἴσασι ἃ Ἀμφιπολιτῶν ἐποίησε. τοὺς παραδόντας αὐτῷ τὴν πόλιν (Dem. 10).
    Do with ( a person or thing): P. and V. χρῆσθαι (dat.).
    What shall I do with? P. and V. τί χρήσομαι; (dat.).
    Not knowing what to do with him: P. οὐκ ἔχων ὅ, τι χρήσαιτο αὐτῷ (Plat., Prot. 320A).
    What have you to do with...? P. and V. τί σοι μέτεστι; (gen.), P. σοι τίς μετουσία; (gen.).
    It has nothing to do with this law: P. οὐδὲν κοινωνεῖ τῷ νόμῳ τῷδε (Dem. 759).
    I think none of these things have anything to do with me: P. οὐδὲν ἡγοῦμαι τούτων εἶναι πρὸς ἐμέ (Dem. 245).
    Have done with: P. and V. χαίρειν ἐᾶν (acc.).
    Tell me and have done with it: P. εἰπὼν ἀπαλλάγηθι (Plat., Gorg. 491C).
    Do without, dispense with: P. and V. ἐᾶν (acc.), μεθιέναι (acc.).
    Be lacking in: P. and V. πορεῖν (gen.), δεῖσθαι (gen.).

    Woodhouse English-Greek dictionary. A vocabulary of the Attic language > Do

См. также в других словарях:

  • πάππος — Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Πολλοί τον ταυτίζουν με τον Χύτρωνα της Κύπρου, που χειροτόνησε τον Επιφάνιο. Η μνήμη του τιμάται στις 3 Ιουνίου. * * * ο, ΝΜΑ, πάπος, Α 1. ο πατέρας τού πατέρα ή τής μητέρας σε σχέση με τα τέκνα τους, ο… …   Dictionary of Greek

  • συρμαία — η, ΜΑ, και ιων. τ. συρμαίη Α είδος φυτού που έμοιαζε με το ραπανάκι («τὸ πλῆθος τῶν ἀναλωθέντων χρημάτων... εἰς λάχανα καὶ συρμαίαν», Διόδ.) αρχ. 1. ο χυμός τού φυτού αυτού, τον οποίο, ύστερα από ανάμιξη με άλμη, χρησιμοποιούσαν ως καθαρτικό και… …   Dictionary of Greek

  • έχω — (I) (ΑΜ ἔχω) 1. κρατώ κάτι στα χέρια μου, είμαι ο κάτοχος (κύριος, ιδιοκτήτης) ενός πράγματος («έχει σπίτια και κτήματα») 2. (για προσωπική κράτηση) κρατώ, φυλάω («τόν έχουν μέσα» ή «τόν έχουν στη φυλακή») 3. (για δήλωση συγγενικού δεσμού ή άλλης …   Dictionary of Greek

  • Number of the Beast — For other uses, see Number of the Beast (disambiguation). The number of the beast is 666 by William Blake. The Number of the Beast (Greek: Άριθμὸν τοῦ θηρίου, Arithmon tou Thēriou) is a term …   Wikipedia

  • Μιστράς — I Βυζαντινή πολιτεία της Πελοποννήσου, έξι χιλιόμετρα ΒΔ της Σπάρτης, ερειπωμένη σήμερα, η οποία στάθηκε στο προσκήνιο της ιστορίας για δύο αιώνες και τα ερείπιά της αποτελούν πολύτιμη πηγή για τη γνώση της ιστορίας, της τέχνης και του πολιτισμού …   Dictionary of Greek

  • τέχνη — Σε γενική έννοια, τ. ονομάζεται κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα που, χρησιμοποιώντας διάφορες γνώσεις, τις εφαρμόζει για την πραγματοποίηση ενός ορισμένου σκοπού. Η εκδοχή αυτή περικλείει με τη σειρά της 3 ξεχωριστές έννοιες του όρου: την αισθητική… …   Dictionary of Greek

  • τάξη — Στην κοινωνιολογία κοινωνική τ. ονομάζεται το σύνολο προσώπων, που διαδραματίζουν τον ίδιο ρόλο στην παραγωγή και τα οποία έχουν ως προοδευτική πορεία της παραγωγής τις ίδιες απέναντι άλλων προσώπων σχέσεις, που εκφράζονται και στα πράγματα, στα… …   Dictionary of Greek

  • κάμινος — Μηχάνημα και εγκατάσταση (ονομάζεται και φούρνος ή καμίνι) που παράγει θερμότητα με τη χρησιμοποίηση καύσιμων στερεών υγρών και αερίων ή με την εκμετάλλευση της ηλεκτρικής ενέργειας. Εκτός από αυτές τις κ. υπάρχουν επίσης κ. που αξιοποιούν τη… …   Dictionary of Greek

  • Τίρυνθα — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 30 μ.), στην πρώην επαρχία Ναυπλίας, του νομού Αργολίδας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Νέας Τίρυνθας. Στην Τ. άκμασε στην αρχαιότητα ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του μυκηναϊκού κόσμου και ειδικότερα της Αργολίδας, τα… …   Dictionary of Greek

  • Σφίγγα — Η Σφιγξ των αρχαίων Ελλήνων. Μυθολογικό τέρας της Βοιωτίας με πρόσωπο ή και στήθος γυναίκας, σώμα λιονταριού, φτερά όρνιθας και ουρά φιδιού. Η Σ. ήταν κόρη της Έχιδνας και του Τυφώνα ή του Όρθρου. Κατά τον Ησίοδο, η Σ. ονομαζόταν Φιξ και ήταν… …   Dictionary of Greek

  • υπόμνημα — το / ὑπόμνημα, ΝΜΑ [ὑπομιμνήσκω] 1. γραπτό σημείωμα με το οποίο γίνεται υπενθύμιση για κάτι 2. κάθε μέσο με το οποίο υπενθυμίζει κανείς κάτι σε κάποιον 3. γραπτή αίτηση ή αναφορά απευθυνόμενη σε μια αρχή με σκοπό την γνωστοποίηση ή υπενθύμιση… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»